διάτοιχος

διάτοιχος, ον,
A extending through the width of the wall,

ὑπερτόναια ξύλινα δ. IG22.463.57

.
II Subst. διάτοιχος (sc. λίθος), , bonding course or stone, ib.11(2).144 A 57,97 (Delos, iv B. C.), 199 C 32 (iii B. C.), Milet.7.56,57 (pl.), cf. Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάτοιχος — διάτοιχος, ον (Α) 1. αυτός που εκτείνεται κατά πλάτος τού τοίχου 2. το αρσ. ως ουσ. ο διάτοιχος (ενν. λίθος) λίθος που συνδέει δύο τοίχους ή που εκτείνεται από τον ένα τοίχο ώς τον άλλο …   Dictionary of Greek

  • διάτοιχοι — διάτοιχος extending through the width of the wall masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.